
Στην Οδύσσεια, ο Όμηρος αναφέρει τον Κόσμο των ονείρων, ο οποίος βρίσκεται δίπλα στο Λιβάδι του Ασφόδελου όπου κατοικούσαν οι ψυχές των νεκρών. Ο Όμηρος περιγράφει τον Όνειρο ως δαίμονα του Άδη ενώ αναφέρεται ότι τα απατηλά όνειρα έβγαιναν από μια πύλη από ελεφαντόδοντο, ενώ τα αληθινά έμπαιναν από μια κεράτινη πύλη.
Ο Κόσμος των Ονείρων:
Στην ελληνική μυθολογία, ο Κόσμος των Ονείρων (στα αρχαία ελληνικά: δῆμος ὀνείρων) είναι μια τοποθεσία στον Κάτω Κόσμο γνωστή από την Οδύσσεια του Ομήρου. Ο Όμηρος τοποθετεί τον Δήμο των Ονείρων πέρα από το ρεύμα του Τιτάνα Ωκεανού, του ποταμού που περιβάλλει τον κόσμο, και πέρα από τις πύλες του Ηλίου, κοντά στο Λιβάδι του Ασφόδελου, όπου κατοικούν οι ψυχές των νεκρών. Στην αρχαιότητα οι Όνειροι, προσωποποιήσεις των ονείρων, εμφανίζονταν σε διάφορους μύθους όπου συχνά φαίνεται να μεταφέρουν μηνύματα στους θνητούς κατά την διάρκεια του ύπνου τους. Σε ένα απόσπασμα της Οδύσσειας, η Πηνελόπη αναφέρεται στις δύο πύλες των ονείρων, την πύλη του κέρατος, από την οποία περνούν αληθινά όνειρα, και την πύλη του ελεφαντόδοντου, από την οποία βγαίνουν απατηλά όνειρα.
Ο Ρωμαίος ποιητής Οβίδιος περιγράφει τον θεό Ύπνο (στα λατινικά Somnus) ως μια νωχελική θεότητα που κατοικεί στον Κάτω Κόσμο μέσα σε μια σιωπηλή και ομιχλώδη σπηλιά απρόσιτη από τον ήλιο. Η σπηλιά του βρίσκεται κοντά στον ποταμό της Λήθης και περιβάλλεται από κοιλάδες με παπαρούνες και βότανα. Την νύχτα, οι σπόροι των φυτών σκορπούν στη γη στέλνοντας τους ανθρώπους για ύπνο. Ο Οβίδιος αναφέρει την ύπαρξη πολλών Ονείρων (Somnia) που είναι γιοι του Ύπνου και κινούνται γύρω του παίρνοντας διάφορες όψεις και σχήματα. Από τους χιλιάδες Ονείρους, ο Οβίδιος κατονομάζει τον Μορφέα και τους αδελφούς του, τον Φοβήτωρα και τον Φάντασο.
Ο Τάρταρος:
Ο Όμηρος αναφέρει πολλά πρόσωπα να βασανίζονται σ΄ αυτόν το τόπο για τα «εν ζωή» εγκλήματά τους όπως τους Τιτυόνα, Τάνταλο και Σίσυφο.
Κατά τον Ησίοδο ο Τάρταρος είναι η «ειρκτή» του Κρόνου και άλλων Τιτάνων που ως τόπος προσδιορίζεται στα έγκατα της Γης. Σημειώνει δε πως «χαλκούς άκμων» που ρίφθηκε από τη Γη έφθασε στον Τάρταρο μετά από 9 ημέρες και 9 νύκτες, αριθμός που λήφθηκε υπ΄ όψη από την αρχαιότητα σε ταφικά έθιμα και που πέρασαν στη συνέχεια στα χριστιανικά. Μεταγενέστερα η λαϊκή φαντασία έπλασε τον Τάρταρο ως φυλακή και τόπο μαρτυρίου όλων των κακών ανθρώπων.
Ο Αριστοφάνης στο έργο του «Βάτραχοι» περιγράφει τον Τάρταρο ως τόπο βασανιστηρίων επί συγκεκριμένων εγκληματιών, πατροκτόνων, επιόρκων, προδοτών της πατρίδας καθώς κι εκείνων που παραβίασαν το άσυλο της Ξενίας. Ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός αναφέρουν πλείστα είδη τιμωρίας που συνέβαιναν στον Τάρταρο. Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζει και η περιγραφή του Ταρτάρου από τον Βιργίλιο στην «Αινειάδα» του, όπου και αναφέρει πως περιβάλλεται από τριπλά χάλκινα τείχη με σιδερένιο σφυρήλατο πύργο που τον είχαν κατασκευάσει οι Κύκλωπες ως ειρκτές στα «τρίσβαθα» της Γης, την είσοδο του οποίου φύλαγαν ο Κέρβερος και η Αληκτώ (μία από τις Ερινύες).
Ως είσοδο του Ταρτάρου οι αρχαίοι πίστευαν τα διάφορα ορύγματα και κυρίως σπήλαια μεγάλα και επικίνδυνα, σημαντικότερα των οποίων ήταν κάποιο σπήλαιο στην Κιλικία ενώ οι περισσότεροι την τοποθετούσαν σε σπηλιά κοντά στο Ακρωτήριο Ταίναρο στην Πελοπόννησο.
Ηλύσια Παιδία:
Ενώ τα Τάρταρα ήταν τόπος τιμωρίας, τα Ηλύσια Πεδία ήταν παραδείσιος τόπος με ολάνθιστα λιβάδια, όπου επικρατούσε αιώνια άνοιξη και οι πηγές της Λήθης ανάβλυζαν νέκταρ που έκανε τους νεκρούς να λησμονούν όλα τα γήινα δάκρυα και τις κακουχίες.
Εκεί βρίσκονταν κατά τον θρύλο ο Μενέλαος και η ωραία Ελένη, καθώς και ο Κάδμος και άλλοι θηβαίοι ήρωες. Κάτω από τη σκιά Μυρτιών εξασκούνταν στην ιππασία και τον στίβο ή έπαιζαν ζάρια και μουσική.
Ο Μίνως, αδερφός του Ραδάμανθυ βασίλευε στην πεδιάδα της άφιξης, εκεί που είχαν φέρει τον κοιμώμενο Κρόνο, που όντας μεθυσμένος από την πόση μελιού, είχε αιχμαλωτιστεί και δεθεί από τον Δία.
Σύμφωνα με τους Ορφικούς, ο Κρόνος βασίλευε εκεί έχοντας βασίλισσα την Ρέα. Οι αναφορές για τα Ηλύσια Πεδία στην αρχαία γραμματεία μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ είναι σπανιότατες. Στο Thesaurus Linguae Graecae (TLG) εμφανίζονται μόνο δύο: Υπάρχει μία στην Οδύσσεια (Οδ 4.556) και μία αναφορά του Αριστοτέλη στο ίδιο χωρίο του Ομήρου:

Οδύσσεια (Οδ 4.556) :
… τὸν δ’ ἴδον ἐν νήσῳ θαλερὸν κατὰ δάκρυ χέοντα,
νύμφης ἐν μεγάροισι Καλυψοῦς, ἥ μιν ἀνάγκῃ
ἴσχει• ὁ δ’ οὐ δύναται ἣν πατρίδα γαῖαν ἱκέσθαι•
οὐ γάρ οἱ πάρα νῆες ἐπήρετμοι καὶ ἑταῖροι,
οἵ κέν μιν πέμποιεν ἐπ’ εὐρέα νῶτα θαλάσσης.
σοὶ δ’ οὐ θέσφατόν ἐστι, διοτρεφὲς ὦ Μενέλαε,
Ἄργει ἐν ἱπποβότῳ θανέειν καὶ πότμον ἐπισπεῖν,
ἀλλά σ’ ἐς Ἠλύσιον πεδίον καὶ πείρατα γαίης
ἀθάνατοι πέμψουσιν, ὅθι ξανθὸς Ῥαδάμανθυς, –
τῇ περ ῥηΐστη βιοτὴ πέλει ἀνθρώποισιν•
οὐ νιφετός, οὔτ’ ἂρ χειμὼν πολὺς οὔτε ποτ’ ὄμβρος,
ἀλλ’ αἰεὶ ζεφύροιο λιγὺ πνείοντος ἀήτας
Ὠκεανὸς ἀνίησιν ἀναψύχειν ἀνθρώπους, –
Ασφόδελο Λιβάδι:
Ή ο Ασφοδελός λειμώνας (γνωστός στα νέα ελληνικά και ως Ασφοδελό λιβάδι ή λιβάδι από Ασφόδελους) είναι μια περιοχή στον Κάτω Κόσμο όπου κατοικούν οι ψυχές των κοινών ανθρώπων μετά τον θάνατο. Ο Ασφοδελός ήταν ένα από τα τρία κύρια τμήματα του Κάτω Κόσμου, μαζί με τα Ηλύσια Πεδία, όπου κατέληγαν οι ψυχές των ηρώων για να ανταμειφθούν, και τον Τάρταρο, όπου κατέληγαν οι ψυχές όσων άξιζαν να τιμωρηθούν. Ο Όμηρος αναφέρει πως το λιβάδι με τους Ασφόδελους βρίσκεται κοντά στον Δήμο των ονείρων. Το όνομα του Ασφοδελού λειμώνα είναι γνωστό από την Οδύσσεια του Ομήρου, όπου γίνεται αναφορά σε αυτόν κατά το ταξίδι του Οδυσσέα στον Κάτω Κόσμο. Πολλοί αρχαίοι Έλληνες ποιητές και ομηρικοί σχολιαστές κατανοούν το επίθετο ασφοδελός ως «ανθισμένος», «ευώδης» ή «εύφορος», συνδέοντας το λιβάδι με το λουλούδι Ασφόδελος. Στην ελληνική μυθολογία, το λουλούδι του Ασφόδελου συνδέεται με την Περσεφόνη λόγω των νεκρών και θεωρείται επίσης έμβλημα του Διονύσου.

Ο Ασφόδελος ή σπερδούκλα (επιστ. ονομ. Asphodelus ramosus), ανήκει στην οικογένεια Liliaceae (Λειριοειδή) και κατανέμεται σ’ όλη την περιοχή της Μεσογείου, καθώς και σ’ όλη την Ελλάδα (υπάρχουν επίσης άλλα 3 είδη στην Ελλάδα: A. albus, A. fistulosus, A. tenuifolius).
Ο βλαστός διακλαδίζεται στην κορυφή. Τα πέταλα του άνθους είναι λευκά με μια επιμήκη νεύρωση στη μέση, χρώματος μοβ ή μερικώς μοβ. Ανθίζει από Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο. Ο ασφόδελος έχει μεγάλη ικανότητα να αντιμετωπίζει την ξηρασία, τις υψηλές θερμοκρασίες ακόμη και τις χαμηλές εδαφικές υγρασίες.